Μάκης Προβατάς | Η χάρη που έδωσε ο τσάρος στην Ανθρωπότητα…

Με αφορμή… στις 18 Φεβρουαρίου 1866, ο πιο βαθύς αναλυτής της ανθρώπινης ψυχής πληροφόρησε έναν φίλο του: «…πριν δυο βδομάδες βγήκε το πρώτο μέρος του μυθιστορήματός μου στο πρώτο γεναριάτικο τεύχος της εφημερίδας Ρούσκι βέστνικ (Ρώσος αγγελιοφόρος). Ονομάζεται Έγκλημα και Τιμωρία.  Άκουσα ήδη πολλά ενθουσιώδη σχόλια. Υπάρχουν σ’ αυτό πολλά τολμηρά και καινούργια πράγματα.

Δουλεύω σαν κατάδικος. Το μυθιστόρημα είναι μεγάλο. Κατά τα τέλη Νοεμβρίου είχα γράψει και ολοκληρώσει ένα μεγάλο μέρος του. Όμως έκαψα τα πάντα – τώρα μπορώ να το παραδεχτώ αυτό. Δεν άρεσε σ’ εμένα τον ίδιο.

Η καινούργια μορφή του, το καινούργιο σχέδιό του με παρέσυραν και το έπιασα από την αρχή. Δουλεύω νύχτα και μέρα και, παρ’ όλα αυτά, βγαίνει πολύ λίγη δουλειά… Όμως θα τα κατάφερνα, αν είχα ελευθερία πνεύματος… με βασανίζουν οι δανειστές μου, δηλαδή απειλούν να με στείλουν φυλακή».

Φιοντόρ Ντοστογέφσκι. 18 Φεβρουαρίου, 1866. Πετρούπολη.

(Eπιστολή στον Α. Γ. Βράνγκελ)

Όμως, να πάρουμε την Ιστορία από την αρχή. Δεκαέξι χρόνια νωρίτερα, 22 Δεκεμβρίου 1849, ξημερώματα, Πλατεία Σεμενόφσκα της Πετρούπολης…

Σηκώνουν τον Ντοστογέφσκι νύχτα από τον ύπνο, και τον βγάζουν από τα μπουντρούμια μαζί με άλλους κατάδικους.

«…και ύστερα νιώθει τον ουρανό, τον παγωμένο αέρα, και ένα κάρο που περιμένει, ένας τάφος με ρόδες. Μέσα εκεί τον σπρώχνουν βιαστικά. Δίπλα, στα σίδερα δεμένοι, σιωπηλοί με πρόσωπα χλωμά οι εννιά του σύντροφοι. Κανείς δεν μιλά γιατί όλοι νιώθουν πού τους πηγαίνει το κάρο, πού τραβά, πως η ρόδα κάτωθέ τους, στις ακτίνες της κρατά την ζωή τους…»*

Όμως, όπως ο κάθε μελλοθάνατος, νοιώθει ότι έχει ακόμα ατελείωτο χρόνο να ζήσει: «είμαι ακόμα μακριά, έχω να ζήσω άλλους τρεις δρόμους. Άμα θα περάσω τώρα απ’ αυτόν, ύστερα θα μείνει ακόμα ο άλλος, ύστερα ακόμα εκείνος, όπου βρίσκεται στα δεξιά ο φούρνος… έχουμε ακόμα καιρό να φτάσουμε στο φούρνο…»**.

Κάποια στιγμή «Στέκει με τρίξιμο το κάρο και η πόρτα τρίζει. Από τα ανοιχτά κάγκελά βλέπει ένα μικρό κομμάτι κόσμου στο σκοτάδι.

Μια πλατεία όλο σκοτάδι και χιόνι… τον τόπο της εκτέλεσης. Και μόνο γύρω από την χρυσή εκκλησιά χαράζει η αυγή με το παγωμένο ματωμένο φως της.

Σιωπηλοί βαδίζουν όλοι. Ένας λοχαγός τους διαβάζει την καταδίκη. Σε θάνατο οι προδότες! Στο απόσπασμα!

Κάποιος τον ζυγώνει και του δίνει ένα άσπρο φαρδύ σάβανο να βάλει. Μια τελευταία λέξη να χαιρετίσει τους συντρόφους και μία ματιά πυρετική. Με κραυγή βουβή φυλά τον Σωτήρα στον σταυρό που ο παπάς του απλώνει σοβαρά, κουράγιο να του δώσει.

Ύστερα τους δένουν και τους δέκα στους πασσάλους.

Ύστερα του δένουν τα μάτια και βουλιάζει στη Νύχτα.

Πυρωμένο κυλάει το κύμα των εικόνων, της χαμένης νιότης στις φλέβες του, όλη του την ύπαρξη νιώθει ξανά ως το δευτερόλεπτο που τον έδεσαν στον πάσσαλο.
Ένα λεπτό ακόμα και όλα θα τελειώσουν. Οι κοζάκοι παρατάσσονται απέναντι. Σηκώνουν τα τουφέκια ….αυτή η στιγμή αιώνες τον γερνάει.

Και τότε μια κραυγή: «Αλτ!»

Ο αξιωματικός προχωρεί, άσπρο φτερουγίζει στα χέρια του το χαρτί, κρυστάλλινη, καθαρή, κόβει η φωνή του την απαντοχή της σιωπής:
Ο τσάρος μέσα στη μεγαλοθυμία της ιερής του θέλησης πρόσφερε χάρη και έδωσε ποινές πιο επιεικείς. Τα λόγια ακούγονται ακόμη ξένα. Το νόημα τους δεν μπορεί να καταλάβει…

Ο θάνατος σέρνεται διστακτικά και φεύγει απ’ τις αλύγιστες παγωμένες αρθρώσεις του.

Ο δεσμοφύλακας αμίλητος του λύνει τα σχοινιά.

Δύο χέρια λύνουν το λευκό πανί από τους φλογισμένους κροτάφους του.

Παραπατώντας βγαίνουν τα μάτια από τον τάφο, και αδέξια ψηλαφίζουν, τυφλωμένα, αδύναμα να ξαναβρούν τον δρόμο για τη ζωή που είχαν ήδη χάσει.

Και να! Βλέπει τον ίδιο χρυσό τρούλο της εκκλησίας, μέσα στο ρόδινο φέγγος της αυγής, που όλο δυναμώνει να σκορπάει λάμψη απόκοσμη ολόγυρα.

Και τότε ακούει, για πρώτη φορά, όλη την ανθρώπινη οδύνη που κλαίει και θρηνεί γοερά τα βάσανά της.

Τους ακούει όλους, όλους που πονάνε, τους κυνηγημένους, τους αποδιωγμένους, τους ταπεινωμένους, τους αστεφάνωτους μάρτυρες του δρόμου. Νιώθει δια μιας ολόκληρο τον κόσμο.
Στρατιώτες τον απομακρύνουν από τον πάσσαλο.

Χλωμό, σβησμένο είναι το πρόσωπό του.

Άγρια τον σπρώχνουν κοντά στους άλλους.

Το βλέμμα του είναι ξένο, χαμένο, βουλιαγμένο μέσα του. Και στα τρεμάμενα χείλη του αργοσαλεύει το κίτρινο γέλιο των Καραμαζώφ…»*

Εκείνη την ημέρα τη χάρη την έδωσε ο ίδιος Τύραννος που τον φυλάκισε και τον καταδίκασε σε θάνατο, ο Τσάρος Νικόλαος Α΄, που εκείνη τη μέρα, χωρίς να το ξέρει, έκανε τη μεγαλύτερη Χάρη που έχει κάνει κάποιος στην Ανθρωπότητα.

Ούτε ο Ντοστογέφσκι μπορούσε να το ξέρει. Απλά έγραφε… 1861: «Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων» και «Ταπεινοί και καταφρονεμένοι», 1864: «Σημειώσεις από το υπόγειο» 1866: «Έγκλημα και τιμωρία». 1867: «Ο παίκτης» 1869: «Ο ηλίθιος» και «Ο αιώνιος σύζυγος» 1872:«Οι δαιμονισμένοι» – 1875:«Ο έφηβος» – 1880:«Αδελφοί Καραμαζώφ»…

*Στέφαν Τσβάιχ…’Οι Μεγάλες Στιγμές της Ανθρωπότητας’

** ‘Ο Ηλίθιος’ (περιγραφή που κάνει ο Πρίγκηπας Μίσκιν στις κόρες του Στρατηγού, και είναι φανερά από την εμπειρία του ίδιου του Ντοστογιέφσκι).

Ο Μάκης Προβατάς είναι δημοσιογράφος στον ΒΗΜΑ FM.

print

Σχόλια αναγνωστών

comments

TAGS